παρμάκι

παρμάκι
το
(λ. τουρκ.)
1. ξύλινη ακτίνα τροχού του αμαξιού: Κάθε τροχός του αμαξιού έχει δώδεκα παρμάκια.
2. μτφ., βούρδουλας, ξυλοκόπημα: Μου φαίνεται σου χρειάζεται παρμάκι.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • παρμάκι — το βλ. μπαρμάκι …   Dictionary of Greek

  • μπαρμάκι — και παρμάκι, το ξύλινη ακτίνα τροχού τών παλαιών αμαξών. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. parmak] …   Dictionary of Greek

  • parmac — PARMÁC, parmaci, s.m. Par sau stâlp (gros) folosit la diverse construcţii deschise (prispe, pridvoare, garduri etc.). – Din tc. parmak. Trimis de valeriu, 21.10.2005. Sursa: DEX 98  PARMÁC s. 1. v. par. 2. v. stâlp. Trimis de siveco, 13.09.2007 …   Dicționar Român

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”